Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κακοκαιρία!

Σήμερα χιονίζει! Σήμερα κλείνω τα 56 κι έχει κακοκαιρία... Μέσα κι έξω!Ξέρω πως θα κρατήσει πολύ, ίσως για πάντα... Κι έχω ανάγκη να μιλήσω! Και να ακούσω, κυρίως να ακούσω...

3 σχόλια:

  1. Μιλῶ…
    Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
    Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
    Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
    Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
    Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
    Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
    Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
    Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
    Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
    Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
    Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
    Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.

    Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
    Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
    Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
    Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
    Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
    Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
    Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
    Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

    Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.


    Μανόλης Αναγνωστάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας∙ τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα∙ τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.

    Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...

    Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.

    -Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;

    -...Αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: "Θεός"∙ άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».

    Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουνταν να καταλάβει.

    -Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. Όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!

    Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:

    -Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!»

    Δε μιλούσα∙ στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.

    -Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.

    Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση -αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι αυτό δε μιλούσα.

    Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.

    -Καληνύχτα, αφεντικό, είπε∙ φτάνει.

    Ν. Καζαντζάκης (Αλέξης Ζορμπάς)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ἡ χαρά
    Πάντα κάτι μὲ κρατεῖ
    καὶ μὲ φέρνει πίσω,
    στὸ καιρὸ ποὺ κάθε τί
    μοῦ ῾λεγε νὰ ζήσω.

    Ποὺ ὅλα, σκέψεις μου κρυφὲς
    κι ὅτι ζεῖ στὴ πλάση,
    δὲ μοῦ θύμιζε μορφές,
    ποὺ τὶς ἔχω χάσει.

    Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
    μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
    πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
    πρέπει νὰ πεθάνω...

    Τώρα ποὺ ὅλα τὰ φτερὰ
    σκόρπισαν, τῆς πλάνης,
    μοῦ τὸ λένε καθαρά:
    Πρέπει νὰ πεθάνεις!

    Κι ὅσο πιὸ βαθιὰ κοιτῶ
    κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη,
    τόσο πιὸ καλὰ καὶ τὸ
    μάτι μου τὸ βλέπει.

    Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
    κάνει σκέψην ἄλλη,
    δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
    πάλι αὐτὴ προβάλλει...

    ...Μὰ ὅσο καὶ στοὺς οὐρανοὺς
    νά ῾ναι ἡ μέρα μαύρη
    κι ὅσα θέλησεν ὁ νοῦς,
    νὰ μὴ μπόρει νά ῾βρει

    κι ὅσο ἂν εἴμαστε πικρὰ
    τώρα στερημένοι,
    κάπου ὑπάρχει μιὰ Χαρὰ
    καὶ μᾶς περιμένει...


    Ναπολέων Λαπαθιώτης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή